Έφτασα, ως συνήθως στις τρεις παρά τέταρτο. Λίγο πριν αρχίσουν οι κούρσες. Με το άνοιγμα της πόρτας, ήρθε η μυρωδιά της παλιοκαιρισμένης τσιγαρίλας. Home again. Ο χώρος ήταν δεν ήταν 50 τετραγωνικά. Στο βάθος, πάνω σε ένα ξύλινο βάθρο, ήταν στημένος ένας πάγκος. Πάνω του η μηχανή που έκοβε τα χαρτάκια για τον ιππόδρομο, και η άλλη για το στοίχημα, το τζόκερ και το λόττο. Πίσω του τέσσερις καρέκλες και στον τοίχο από πάνω τους κρεμασμένη μια τηλεόραση.
Μπροστά του, σαν πεταμένα, δύο τραπέζια σε design «δημόσια υπηρεσία», μόνο λίγο μεγαλύτερα. Γύρω τους καμιά δεκαπενταριά καρέκλες και κάποιες άλλες διάσπαρτες. Απλωμένα πάνω στα τραπέζια ιπποδρομιακά περιοδικά, χαρτιά άσπρα για να κρατούνται σημειώσεις και φυσικά στυλό. Στον ένα τοίχο, αριστερά της πόρτας αναρτημένος ένας πίνακας με τις προτάσεις όλων των ιπποδρομιακών περιοδικών αλλά και κάποιων εφημερίδων για κάθε κούρσα ξεχωριστά. Οι προτάσεις γραμμένες με κιμωλία, άλλαζαν κάθε Δευτέρα – Τετάρτη- Παρασκευή. Στον απέναντι τοίχο κάποιες αφίσες διαφημιστικές του ΟΠΑΠ και του ΟΔΙΕ, τα χρώματά τους είχαν ξεθωριάσει από τον καιρό. Μαζί τους και ένας πίνακας γραφής, όπου με μαρκαδόρο γράφονταν τα αποτελέσματα και οι αποδόσεις κάθε κούρσας.
Η τηλεόραση, χωρίς ήχο, παίζει κάτι δημοπρασίες κοσμημάτων, περιμένοντας να γίνει η πρώτη σύνδεση με το Φαληρικό Δέλτα. Στο μηχάνημα που κόβει τα χαρτάκια κάθεται ο Πέτρος, νέο και αλέγκρο παιδί. Γιός της Αλέκας, που κάθεται δίπλα του μπροστά από το μηχάνημα του στοιχήματος. Φυσικά δεν ασχολείται με το στοίχημα, κανείς δεν ασχολείται όταν έχει ιππόδρομο. Έχει μπροστά της το τηλέφωνο και παίρνει παιχνίδι, από φερέγγυους παίκτες που παίζουν ιππόδρομο από το σπίτι ή το γραφείο τους. Η Αλέκα, περασμένα πενήντα, ξανθά βαμμένα μαλλιά, διατηρημένη για την ηλικία της. Ξέρει να φέρεται, είναι όμως και του πεζοδρομίου αν χρειαστεί. Κουβαλάει κάτι από την τζογαδόρικη γοητεία του άντρα της. Δικό του το μαγαζί, όμως έχει κουραστεί πια, έχει αποτραβηχτεί στο εξοχικό τους στην Ανάβυσσο και καλλιεργεί λαχανικά. Στις δόξες του ήταν μεγάλο χαρτόμουτρο, συμμετείχε σε μεγάλα καρέ, έπαιζε πολύ ιππόδρομο. Τώρα το παίζει ερημίτης.
Έχει αφήσει το μαγαζί στην γυναίκα του και εκπαιδεύεται ο γιος τους, να το κρατήσει κάποια στιγμή μόνος του.
« – Καλώς το Σοφοκλή το αγόρι μου», ακούγεται η φωνή της Αλέκας. Είμαι η συμπάθειά της, κάτι που κληρονόμησα από τον ξάδερφό μου, τη μεγάλη της αγάπη. Έχει σταματήσει πλέον να παίζει ιππόδρομο. Δεν υπάρχει φορά που να μην με ρωτήσει τι κάνει. Έρωτας κι αυτός. Ανάμεικτος με μητρικό συναίσθημα. Για τον ξάδερφό μου εννοώ, πολύ λιγότερο για μένα.
« – Έλα ρε παιχταρά μου, τι έχουμε σήμερα; Τίποτα καλό;» με χαιρετάει και ο Πέτρος.
« – Καλησπέρα μαμά του λόχου» λέω κοιτάζοντας την Αλέκα, προχωρώντας προς τον πάγκο-γκισέ. Φθάνω και δίνω το χέρι μου στον Πέτρο παλάμη με παλάμη με τους αγκώνες να ακουμπάνε στον πάγκο. « – Θα τους γαμήσουμε σήμερα».

Αυτό είναι το μεγαλείο με τον τζόγο. Μπορεί να χάνεις συνεχώς επί ένα μήνα, που σημαίνει 10 – 12 ιπποδρομιακές στη σειρά , δηλαδή πάνω από 100 διαδοχικές κούρσες και την ώρα που ξαναπάς είσαι σίγουρος πως έχεις βρει τα άλογα που θα σε κάνουν πλούσιο. Το μεγαλείο είπα; Αυτή είναι και η αιτία της καταστροφής. Μα μήπως και το μεγαλείο, καταστροφή δεν είναι; Ή η καταστροφή δεν κρύβει μεγαλείο;
Γυρνώ προς τα τραπέζια, αναζητώ φάτσες συναγωνιστών, το πιθανότερο είναι να τις βρω. Χαιρετώ, τραβάω μια καρέκλα και κάθομαι να ξεφυλλίσω τα ιπποδρομιακά περιοδικά – τα άλλα πλην του «Γκανιάν», το οποίο αγοράζω και μελετώ διεξοδικά. Πάντα μου άρεσαν τα παιχνίδια εκείνα που απαιτούσαν μελέτη, διάβασμα. Γι’ αυτό κι όταν με ρωτούν αν μου αρέσουν τα τυχερά παιχνίδια, πάντα απαντώ «Όχι» και το εννοώ. Τα τεχνικά παιχνίδια μου αρέσουν. «Και δεν χρειάζεται τύχη;» θα μου πείτε. Φυσικά και χρειάζεται και τύχη. Υπάρχει κάτι στη ζωή που δεν χρειάζεται και τύχη; Εκτός κι αν θεωρήσουμε και τη ζωή ολόκληρη τυχερό παιχνίδι, οπότε πάσο.
Ανάβω τσιγάρο, έρχεται και ο καφές που μου έχει φτιάξει η Αλέκα. Για τους περισσότερους έχει ουίσκι, μα ξέρει πως εγώ δεν πίνω. Κρατάω λίγες ακόμα σημειώσεις πάνω στο ήδη γραμμένο «Γκανιάν» μου και είμαι έτοιμος για τον πόλεμο. Πάνω στην ώρα αρχίζει και η μετάδοση από το Φάληρο. Ακούω την φωνή του Φώτη του Ιωσηφίδη να λέει τις αποδόσεις για την πρώτη κούρσα. Είναι ήδη δύο λεπτά πριν τις τρεις και τα άλογα που θα τρέξουν στην πρώτη ιπποδρομία έχουν φθάσει στο σταρτ, ετοιμάζονται να μπουν μέσα.

« – Έχω μάθει τον Μίστερ Πάμπλικ Ριλέισονς, για την πρώτη», μου λέει ένας παππούς, που ο γαμπρός του δουλεύει στον ιππόδρομο- ή έτσι θέλει να πιστεύουμε. Χαμογελώ και σηκώνομαι να πάω στον Πέτρο να παίξω τον Μίστερ Πάμπλικ Ριλέισονς. Όχι γιατί το είπε ο παππούς, μα γιατί από τη μελέτη μου τον ξεχώρισα σαν καλό αουτσάιντερ.















